Αναζήτηση

Κυριακή 29 Μαρτίου 2020



Τρίτη 31-3-2020
Η κυρά καλή και η κυρά κακή και οι δώδεκα μήνες
Μια φορά κι έναν καιρό μια χήρα γυναίκα και πολύ φτωχιά είχε πέντε παιδιά και   δεν είχε στον ήλιο μοίρα.  Δεν έβρισκε δουλειά, μόνο μια φορά την εβδομάδα την φώναζε μια αρχόντισσα γειτόνισσά της, για να της ζυμώνει το ψωμί της, και δεν της έδινε για τον κόπο της ούτε ένα γωνιάδι ψωμί, να πάει στα παιδιά της να φάνε.
Και έφευγε η καημένη η φτωχιά με τα ζυμάρια στα χέρια κι ερχότανε στο σπίτι της κι εκεί τα έπλυνε με καθαρό νερό και κείνο το νερό το έβραζε και γινόταν σαν χυλός και τρώγανε τα παιδιά της. Και μ’ αυτόν το χυλό ήταν όλη την εβδομάδα χορτάτα, όσο να ξαναζυμώσει πάλι η μάνα τους στην αρχόντισσα και νά ’ρθει πάλι με τ’ άνιφτα τα χέρια και να τους κάνει πάλι χυλό.
Τα παιδιά της αρχόντισσας παρότι είχαν τόσα και τόσα φαγιά και αφράτο το ψωμί, δε θρεφόντουσαν αλλά ήτανε σαν τσίροι. Τα παιδιά όμως της φτωχιάς θρεφόντουσαν και παχαίνανε και ήτανε σαν μπαρμπουνάκια. Και σάστιζε η αρχόντισσα και το ’κανε κουβέντα στις φιλενάδες της κι οι φιλενάδες της τής είπαν:
– Θρέφονται και παχαίνουν τα παιδιά της φτωχιάς, γιατί παίρνει την τύχη των παιδιών σου στα χέρια της και την πηγαίνει στα δικά της τα παιδιά. Γι’ αυτό κείνα παχαίνουν και τα δικά σου ξεπέφτουν και χαλούν.
Το πίστεψε η αρχόντισσα και, όταν ήρθε η μέρα για να ζυμώσει πάλι, δεν την άφησε τη φτωχιά να φύγει με άπλυτα χέρια, μόνο την έβαλε και πλύθηκε καλά καλά, για ν’ απομείνει η τύχη μέσ’ στο σπίτι της. Κι η φτωχιά ήρθε στο σπίτι της με τα δάκρυα στα μάτια.
Τα παιδιά της, μόλις είδαν πως δεν είχαν τα χέρια της ζυμάρια, αρχίσανε να κλαίνε. Κι από ένα μέρος κλαίγανε τα παιδιά κι από τ’ άλλο η μάνα. Τέλος αυτή σα μεγάλη έκανε σίδερο την καρδιά της, ηρέμησε και είπε στα παιδιά της:
–  Ηρεμήστε, παιδιά μου, και μην κλαίτε και θα σας βρω ένα κομμάτι ψωμί να σας φέρω.Και πήγε από πόρτα σε πόρτα και τρόμαξε να βρει να της δώσουν ένα ξεροκόμματο, το μούσκεψε καλά καλά με το νερό και το μοίρασε στα παιδιά της, κι αφού φάγανε, τα έβαλε και ξάπλωσαν και κοιμήθηκαν. Κι αυτή πάνω στα μεσάνυχτα παίρνει τα μάτια της και φεύγει, για να μην δει τα παιδιά της να πεθαίνουν από την πείνα.
Κει που πήγαινε στην έρημο τη νύχτα, βλέπει σ’ ένα ψήλωμα, ένα φως και πήγαινε πάνω σ’ αυτό. Κι όταν πήγε κοντά, είδε πως ήταν τέντα και στη μέση της τέντας κρεμόταν ένας μεγάλος πολυέλαιος με λαμπάδες και κάτω από τον πολυέλαιο κρεμόταν ένα πράγμα στρογγυλό σαν τόπι. Μπήκε μέσα στην τέντα εκείνη, κι είδε και καθότανε δώδεκα παλληκάρια και μιλούσανε για μιαν υπόθεση πώς πρέπει να την κάμουν.
Η τέντα ήταν στρογγυλή και στο έμπα της τέντας από δεξιά καθότανε τρία παλληκάρια κι είχαν τα στήθια τους ανοιχτά και στα χέρια τους βαστούσαν τρυφερά χορτάρια κι άνθια από τα δέντρα.
Παρακάτω από αυτά τα παλληκάρια καθότανε άλλα τρία κι ήταν ανασκουμπωμένα ως τους αγκώνες και χωρίς επανωφόρι και βαστούσαν στα χέρια τους στάχυα ξερά.
Παρακάτω καθότανε άλλα τρία παλληκάρια και βαστούσαν στο χέρι τους από ένα τσαμπί σταφύλι.
Παρακάτω καθότανε και άλλα τρία παλληκάρια παραμαζωμένα και φορούσαν από μια γούνα μακριά από το λαιμό ως κάτω από τα γόνατα.
Άμα την είδαν τα παλληκάρια τη γυναίκα, είπαν:
– Καλώς τη θεία, έλα κάθησε.
Κι η γυναίκα, αφού τα χαιρέτησε, κάθησε, τη ρώτησαν πώς ήταν και πήγε σε κείνα τα μέρη. Κι η καημένη αφηγήθηκε την κατάστασή της και τα βάσανά της κι επειδή τα παλληκάρια καταλάβανε πως πεινά η φτωχιά, σηκώθηκε ένας από εκείνους που φορούσαν τις γούνες και της έβαλε τραπέζι κι έφαγε· κι είδε πως ήταν κουτσός.
Αφού έφαγε η γυναίκα και χόρτασε, αρχίσανε τα παλληκάρια να τη ρωτούν για λογής λογής πράματα της χώρας κι η γυναίκα  απαντούσε ότι ήξερε. Στα  τέλος της λένε τα τρία παλληκάρια, που είχαν τα στήθια τους ανοιχτά:
– Ε, Θεία, πώς περνάτε με τους μήνες του χρόνου; Πώς σας φαίνεται ο Μάρτης, ο Απρίλης κι ο Μάης;
– Καλά περνούμε παιδιά μου, αποκρίθηκε η γυναίκα και μάλιστα, αφού έρθουν αυτοί οι μήνες, πρασινίζουν τα βουνά κι οι κάμποι και στολίζεται η γης με λογιών των λογιών λουλούδια και βγαίνει μια μοσχοβολιά, που ανασταίνεται ο άνθρωπος. Αρχίζουν και κελαηδούν όλα τα πουλιά. Βλέπουν οι ζευγίτες τα χωράφια τους πράσινα και χαίρεται η καρδιά τους κι ετοιμάζουν τις αποθήκες τους. Ώστε δεν έχουμε  παράπονα από τους Μάρτη, Απρίλη και Μάη.
Ύστερα της είπαν και τα άλλα τρία τα παλληκάρια, που ήταν ανασκουμπωμένα και βαστούσαν στάχυα:
–  Ο Θεριστής, ο Αλωνιστής κι ο Αύγουστος πώς σας φαίνονται;
Κι η  γυναίκα αποκρίθηκε:
– Και γι’ αυτούς τους μήνες δεν έχουμε  κανένα παράπονο, γιατί με τη ζέστα που κάνουν, ωριμάζουν τα γεννήματα και όλα τα οπωρικά. Τότε θερίζουν οι ζευγίτες τα σπαρτά τους κι οι περιβολάρηδες συμμαζεύουν τα οπωρικά τους. Και μάλιστα οι φτωχοί πολύ είναι ευχαριστημένοι απ’ αυτούς τους μήνες, γιατί δεν χρειάζονται πολλά και ακριβά ρούχα.
Ύστερα τη ρωτήσαν τ’ άλλα τα τρία τα παλληκάρια, που βαστούσαν τα σταφύλια:
– Με τους μήνες Σεπτέμβρη, Οκτώβρη και Νοέμβρη πώς τα πάτε;
– Αυτούς τους μήνες, αποκρίθηκε η γυναίκα, μαζεύουν οι άνθρωποι τα σταφύλια και τα κάνουν κρασί. Κι αλλιώς έχουν αυτό το καλό που δίνουν είδηση πως έρχεται ο χειμώνας και φροντίζουν οι άνθρωποι για ξύλα, για κάρβουνα και για βαριά φορέματα, για να ζεσταίνονται.
Ύστερα τη ρωτήσαν και τα παλληκάρια, που είχαν τις γούνες:
– E, με τους μήνες Δεκέμβρη, Γενάρη και Φλεβάρη πώς περνάτε;
– A! αυτοί οι μήνες πολύ μας αγαπούν, κι εμείς πολύ τους αγαπούμε. Mα θα ρωτήσετε γιατί; Nα γιατί! επειδή οι άνθρωποι είναι φυσικά αχόρταγοι και θέλουν να δουλεύουν και να κερδίζουν πολλά, έρχονται αυτοί οι μήνες του χειμώνα και μας περιμαζώνουν τριγύρω στη γωνιά και μας ξεκουράζουν απ’ τις δουλειές του καλοκαιριού. Τους αγαπούν κι οι άνθρωποι, γιατί με τις βροχές τους και με τα χιόνια τους μεγαλώνουν όλα τα σπαρτά και όλα τα χορτάρια. Ώστε, παιδιά μου, όλοι οι μήνες καλοί κι άξιοι είναι και κάνουν κάθε ένας τη δουλειά τους. Εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε καλοί, αλλά είμαστε αχάριστοι.

Τότε τα έντεκα τα παλληκάρια γνέψανε στον πρώτο από κείνους που βαστούσαν τα σταφύλια και βγήκε έξω και σε λίγο ήρθε πάλι μέσα και βαστούσε στα χέρια του μια λαγήνα ταπωμένη και την έδωκε στη γυναίκα και της είπαν:
– Άιντε τώρα θεία, πάρε αυτήν τη λαγήνα και πήγαινε στο σπίτι σου να ζήσεις τα παιδιά σου.
Φορτώθηκε τη λαγήνα η γυναίκα με τη χαρά και είπε στα παλληκάρια:
– Πολλά τα έτη σας, παιδιά μου.
– Ώρα καλή σου, θείτσα, της αποκρίθηκα κι έφυγε.
Και ίσια ίσια την ώρα που χάραξε, ήρθε κι αυτή στο σπίτι της και βρήκε τα παιδιά της ακόμα και κοιμότανε. Κι άπλωσε ένα σεντόνι κι άδειασε τη λαγήνα κι είδε πως ήταν γεμάτη φλουριά και κόντεψε να τα χάσει από τη χαρά της.
Αφού έφεξε καλά, πήγε στο φούρνο της αγοράς κι αγόρασε πεντ’ έξι ψωμιά και  ένα κιλό τυρί και ξύπνησε τα παιδιά της, τα  έπλυνα, τα  έντυσε, τα ’βαλε κι είπαν την προσευχή τους κι ύστερα τους έδωσε ψωμί και τυρί και φάγανε τα καημένα και χορτάσαν καλά.
Ύστερα αγόρασε ένα κιλό σιτάρι και το πήγε στο μύλο και το άλεσε, το ζύμωσε και πήγε τα ψωμιά στο φούρνο  να τα ψήσει.
Και την ώρα που γύριζε απ’ το φούρνο με την πινακωτή τα ψωμιά στον ώμο και πήγαινε στο σπίτι της, την είδε η αρχόντισσα κι υποψιάστηκε πως κάτι τι της έτυχε κι έτρεξε από πίσω της, για να μάθει πού βρήκε τ’ αλεύρι και ζύμωσε. Η αγαθή η φτωχιά είπε όλη την αλήθεια.
Ζήλεψε η αρχόντισσα κι έβαλε στο νου της να πάει και κείνη σε κείνα τα παλληκάρια.
Τη νύχτα λοιπόν, αφού αποκοίμισε τον άντρα της και τα παιδιά της, βγήκε από το σπίτι της και πήρε το δρόμο και πάει κι βρήκε την τέντα, που ήτανε οι δώδεκα μήνες, και τους χαιρέτησε. Κι αυτοί της είπαν:
– Καλώς την κοκώνα, πώς ήταν και καταδέχτηκες και μας ήρθες;
– Είμαι φτωχιά, αποκρίθηκε, κι ήρθα να με βοηθήσετε.
– Πολύ καλά, είπαν· πεινάς; θέλεις να φας;
– Όχι, σας ευχαριστώ, είπε, είμαι χορτάτη.
– Πολύ καλά, είπαν τα παλληκάρια, και πώς περνάτε στη χώρα;
– Μη χειρότερα, αποκρίνεται.
– Ε, πώς περνάτε με τους μήνες ; ξαναρωτήσαν.
– Πώς να περάσουμε, αποκρίθηκε εκείνη. Ο κάθε ένας τους έχει και την οργή του. Ενώ από τον Αύγουστο είμαστε συνηθισμένοι στη ζέστα, έρχεται μάνι-μάνι ο Σεπτέμβρης, ο Οκτώβρης κι ο Νοέμβρης και μας κρυώνουν και άλλον τον πιάνει παροξυσμός και άλλος πουντιάζει. Ύστερα μπαίνουν οι χειμωνιάτικοι οι μήνες Δεκέμβρης, Γενάρης και Φλεβάρης και μας παγώνουν και γεμίζουν οι δρόμοι χιόνια και δεν μπορούμε να βγούμε έξω και μάλιστα κείνος ο Κουτσοφλέβαρος!… (Τ’ ακούει ο καημένος ο Φλεβάρης). Αμ εκείνοι πάλι οι ξεμωραμένοι μήνες, Μάρτης, Απρίλης και Μάης! Δεν το νιώθουν πως είναι καλοκαιρινοί μήνες, μόνο θέλουν να κάνουν κι αυτοί σαν τους χειμωνιάτικους, και καταντούν τον χειμώνα εννιά μήνες. Και δε μπορούμε να βγούμε όξω την Πρωτομαγιά να πιούμε τον καφέ με το γάλα και να κυλιστούμε στα χορτάρια. Ύστερα έρχονται ο μήνες Θεριστής, Αλωνιστής και Αύγουστος. Αυτοί πάλι έχουν μανία να μας πνίγουν στον ίδρωτα με τη ζέστα που κάνουν. Και μάλιστα απ’ τη ζέστα του Δεκαπενταύγουστου μας πιάνει παροξυσμός και έρχονται κι οι αέρηδες και μας χαλούν τ’ ασπρόρουχα στις απλώστρες. Τι να σας πω, παλληκάρια. Περνούμε με τους μήνες   μια ζωή  άστατη.
Δεν είπαν τίποτα τα παλληκάρια, μόν’  είπαν σε κείνον, που καθότανε στη μέση  που ήτανε ανασκουμπωμένοι και βαστούσαν στάχυα. Κι αυτός σηκώθηκε κι έφερε ένα λαγήνι ταπωμένο και το ’δωσε στη γυναίκα και της είπε:
– Πάρε αυτό το λαγήνι, κι όταν θα πας στο σπίτι σου να πας μονάχη σ’ ένα δωμάτιο και να τ’ αδειάσεις. Στο δρόμο μην τύχει και τ’ ανοίξεις.
– Όχι, δεν τ’ ανοίγω, είπε και έφυγε η γυναίκα και ήρθε με τη χαρά στο σπίτι, προτού ακόμα ξημερώσει.
Και κλείστηκε σ’ ένα δωμάτιο ολομόναχη και άπλωσε ένα σεντόνι και ξετάπωσε το λαγήνι και το άδειασε. Και τι ν’ αδειάσει; Όλο φίδια! Και χυθήκανε πάνω της και την φάγανε ολοζώντανη. Κι άφησε τα παιδιά της ορφανά, γιατί δεν είναι καλό να κατηγορεί κανείς τον άλλον. Η φτωχιά όμως με την αγαθή της την καρδιά και με την γλυκιά της τη γλώσσα έγινε αρχόντισσα και πρόκοψε και αυτή και τα παιδιά της. Νά! αυτό είναι που λένε «καλά υστερνά».
1. Αφού διαβάσετε το παραμύθι,συζητήστε πόσοι ήταν οι μήνες, τι κρατούσαν και πως ήταν ντυμένοι, πόσους μήνες έχει η κάθε εποχή,πόσες είναι οι εποχές, τι σας άρεσε;Τι αλλαγές φέρνουν οι μήνες και οι εποχές;
ΠΑΡΑΜΥΘΙ - ΠΑΡΑΜΥΘΙ...: Οι δώδεκα μήνες. Λαϊκό παραμύθι2. Σε ένα λευκό χαρτί, ζωγραφίστε τους μήνες και ότι άλλο σας άρεσε. Μην ξεχάσετε να γράψετε το όνομα και την ημερομηνία.Οι Δώδεκα Μήνες - Ένα λαϊκό παραμύθι — Will o'Wisps
3. Τραγούδι ο γεωργός      https://youtu.be/SCNug58GUwQ

4.  Ώρα για δημιουργία θα χρειαστούμε παλιά περιοδικά, ψαλίδι, ξυλομπογιές, μολύβι, κόλλα. Σε λευκό χαρτί σχεδιάζω με το μολύβι την άνοιξη. Κόβω από τα περιοδικά τα χρώματα που χρειάζομαι.

Κόβω λουρίδες με το ψαλίδι και μετά ψηφίδες όπως φαίνεται στην εικόνα.Βάζω λίγη κόλλα και κολλάω τις ψηφίδες. Τέλος βάζω λουλούδια και φύλλα στα δέντρα. Δεν είναι απαραίτητο να το κάνετε ίδιο με το δικό μου, αλλά ΄πως θέλετε εσείς. Μπορείτε να μου στέλνετε τα έργα σας να τα ανεβάζω στο μπογκ και να τα βλέπετε.








Τα λέμε σύντομα!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου